Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Ανάμνηση....

Ξαπλώνει…
Ρίχνει τα μαλλιά της στο έδαφος αφουγκράζεται το χώμα ,το μυρίζει
Παλιές θύμησες βγαίνουν από το χρονοντούλαπο του νου της
τότε….έφηβη έτρεχε στα θερισμένα χωράφια μέσα στη μεσημεριανή σιωπή
ανάμεσα από τα ξεχασμένα στάχυα ξεπρόβαλλαν, ξαφνιασμένες οι ακρίδες με τα μεγάλα πόδια καθώς τις παρέσυρε, στο διάβα της..
Τίποτε δεν την ενδιέφερε μόνον να τον δει…να του μιλήσει να της χαμογελάσει με εκείνο το ντροπαλό χαμόγελο, να δει τα μισόκλειστα του χείλη, να της κάνουν νεύμα..
Στέκει αμίλητη…με κινήσεις ήσυχες μπαίνει μέσα στο αμάξι του..ξεκινάει το ταξίδι…πάντα προς την θάλασσα.
Περνούν τον χωμάτινο δρόμο.. σκόνη σηκώνουν οι ρόδες, δεξιά και αριστερά στοιβαγμένη η άμμος που έφερε ο νοτιάς εχθές το βράδυ..
Πάντα αυτό το δρομάκι το πιάνει ο άνεμος
Πλησιάζουν προς το δάσος που βγάζει στην ακτή
Αρχίζει να χαλαρώνει..σιγανά φεύγει ο συσσωρευμένος αέρας από την κοιλιά της ήταν φουσκωμένη σαν μπαλόνι από το άγχος, μην την αναγνωρίσει κάνεις
Γυρίζει τον κοιτά, το προφίλ του συμμετρικό τα γυαλιά του ασημώσουν στο φως του ήλιου. Τον αγαπούσε.
Ένιωθε ανάκατα αισθήματα στοργής και κατάκτησης για αυτόν
Της άρεσε να τον βλέπει στην πλατεία του χωριού, να κρατά από το χέρι τα παιδιά του…..ήταν καλός πατέρας.
Θυμήθηκε τα χρόνια, τότε που ζούσε ο πατέρας της πάντα την κρατούσε από το χέρι με τον ίδιο τρόπο που κρατάει αυτός τα παιδιά του
Και των δύο τα χέρια ήταν απαλά , σκούρα δάχτυλα με κοντά φαγωμένα νύχια..
Όταν της κρατούσε το χέρι έκλεινε τα μάτια της.
Προσπαθούσε να θυμηθεί την αίσθηση που ένιωθε τότε , με τον πατέρα της, ήθελε να τον φέρει πίσω, να μυρίσει την μυρωδιά του έστω για ένα λεπτό, έστω…
Γύρισε και την κοίταξε απορημένος..
Χαμογέλασε ελαφρά…..έλα εδώ δεν μας βλέπουν χαλάρωσε, κατάχλωμη είσαι μικρή..
δεν πρόφερε το όνομά της ποτέ…μόνον την αποκαλούσε μικρή..όταν της απεύθυνε τον λόγο
Περνούν τον μεγάλο λόφο σε λίγο θα ξεπροβάλει στο βάθος του ορίζοντα το βαθυγάλαζο χρώμα …αυτό που πάντα λάτρευε..
Το μουρμουρητό των κυμάτων την ταξίδευε σε ορίζοντες μακρινούς εκεί ποτέ δεν θα πήγαινε αλήθεια.
Έφτασαν, κατέβηκαν από το αμάξι..του κράτησε το χέρι, το χάιδεψε απαλά το ψαχούλεψε ήθελε τα δάχτυλα του να δει..να θυμηθεί
Την αγκάλιασε …
Αυτός ο πατέρας αλλιώτικα αγκαλιάζει..
Ελπίδα

1 σχόλιο:

  1. οι όμορφες σκέψεις σου ξεπετούν φανταχτερές εικόνες από την γραφή σου!πλούσιο συναίσθημα!
    θύμησες ανάλογες δικές μου με έζωσαν και με ταξίδεψαν στον δικό μου χωροχρόνο όπου όλοι τελικά έχουμε κάτι κοινό:έρωτες,αγωνίες,θλίψεις,όμορφες στιγμές και την χαρά των παιδικών μας χρόνων.
    των χρόνων της αθωότητας που πάντα μας συνοδεύουν!

    ΑπάντησηΔιαγραφή