Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

ΚΕΙΜΕΝΟ-ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ

ΜΕ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕ ΠΟΛΥ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ-ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΑΝΑΡΤΗΣΗ STO ex_junky O ΣΥΝΟΔΟΙΠΌΡΟΣ MANITU ΓΙ΄ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΘΕΤΩ ΑΥΤΟΥΣΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΝΑ ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΤΩ ΜΑΖΙ ΣΑΣ ΝΑ ΔΩ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ.
"Πέμπτη, 30 Απρίλιος 2009
Ενα αφήγημα στην μνήμη του Αλέξη
6/12/2008
ΗΜΟΥΝ ΕΚΕΙ.

«Σήμερα γιορτάζουν οι Νικολάδες και οι Νίκες. Δεν έχω κάποιον Νίκο να επισκεφτώ. Καλύτερα γιατί έχω ψοφήσει από τη δουλειά. Σάββατο ξεσάββατο θα μείνω μέσα σήμερα να ξεκουραστώ, να αφιερώσω λίγο χρόνο στον εαυτό μου. Έτσι κι αλλιώς πρέπει να μελετήσω τα αγγλικά μου.
Όμως κάτι συμβαίνει απόψε μέσα μου. Μια αόρατη δύναμη με προτρέπει να πάω μια βόλτα, έτσι για λίγο ρε γαμώτο, για έναν καφέ! Πως στο καλό μας καταντήσανε έτσι; Έχουμε χάσει τον δημιουργικό μας χρόνο, μας τον στερούνε! Στο διάολο αυτή η κοινωνία! Θα ζω άραγε όταν θα αλλάξουν τα πράγματα; Δεν με νοιάζει όμως τόσο για μένα ας μη ζω, για αυτούς που θα γεννηθούν με νοιάζει, για αυτούς που τώρα μεγαλώνουν! Έχουμε χρέος να τους στρώσουμε το έδαφος για μια άλλη κοινωνία πιο ανθρώπινη, πιο ελεύθερη, πιο αληθινή μια κοινωνία χωρίς μόχθο γεμάτη δημιουργία, ισότητα, δικαιοσύνη.»
Ήταν έξι το απόγευμα όταν σκεφτόμουν όλα αυτά. Ελάχιστο φως έμπαινε στο ημιυπόγειο δώμα μου. Έξω είχε σκοτεινιάσει και δειλά-δειλά άναβαν οι ηλεκτροφόρες λάμπες στις κολώνες της πόλης. Πάτησα τον διακόπτη πίσω από το κρεβάτι όπου ήμουν ξαπλωμένος και άρχισα να ξανασκέφτομαι ανάβοντας ένα τσιγάρο. Θέλησα να πάψω να σκέφτομαι και άρπαξα το « Έγκλημα και Τιμωρία» από το κομοδίνο. Δύο βδομάδες το διαβάζω τώρα. Σιγά-σιγά βυθίστηκα στην ιστορία που ξετυλιγόταν στην Αγία Πετρούπολη του δέκατου ένατου αιώνα μέσα από τα λόγια του Ντοστογιέυσκυ.
Το χτύπημα του τηλεφώνου με διέκοψε. Ήταν ο φίλος μου ο Τηλέμαχος. Την προηγούμενη μέρα είχε τα γενέθλιά του. Ήθελε να πάμε για έναν καφέ γιατί είχαμε χαθεί τον τελευταίο καιρό και πράγματι είχε δίκιο. Μέσα στο όλο μπέρδεμά μου του ζήτησα να περιμένει τηλεφώνημά μου. Δεν είχα αποφασίσει ακόμη αν ήθελα να βγω βόλτα ή όχι. Σε λιγάκι κλείσαμε ραντεβού για τις εφτά στο γνωστό μέρος. Κωλλέτη και Μεσολογγίου στα Εξάρχεια.
Ναι όσο και να με επικρίνουν κάποιοι εγώ συνεχίζω να συχνάζω εκεί. Μ’ αρέσει πάνω απ’ όλα που συναντώ γνωστούς. Είναι ευχάριστο να πηγαίνεις σ’ ένα κεντρικό σημείο της Αθήνας με τόσα πολλά διάσπαρτα μαγαζάκια, με φτηνές τιμές και με απλό φοιτητόκοσμο. Είναι ευχάριστο να σε χαιρετούν έστω δύο και τρείς άνθρωποι. Είναι ευχάριστο να ανοίγουν τόσο εύκολα οι πολιτικές κουβέντες, γιατί αυτό είναι κάτι που μας λείπει σήμερα. Η νεολαία είναι απογοητευμένη απ’ τα κόμματα και έτσι αποστρέφεται την κουβέντα γύρω απ’ την πολιτική. Από τα υλικά αγαθά, που προσπαθούν να μας κατακλείσουν με κάθε τρόπο, προτιμώ τις ιδέες και τις πολιτικές ζυμώσεις. Γι’ αυτό με -και μας- επικρίνουν κάποιοι επειδή αποστρεφόμαστε το «έχειν» και το «φαίνεσθε» όσο μπορούμε.
Έφτασα στο σημείο του ραντεβού στις εφτά ακριβώς ψιλοβρεγμένος γιατί για κακή μου τύχη σαν ήμουν πάνω στο μηχανάκι ξεκίνησε μια ελαφρά βροχή η οποία , ως συνήθως, δημιούργησε μια κίνηση στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας. Εύλογα λοιπόν θα καθυστερούσε ο Τηλέμαχος αφού θα ερχότανε με το αυτοκίνητό του. Έριξα μια ματιά τριγύρω και μου έκανε εντύπωση η ερημιά αυτής της γειτονιάς. Συνήθως τέτοια ώρα έχει πολύ κόσμο, αλλά τώρα με το ψιλόβροχο και την γιορτή των Νίκων ήταν απόλυτα φυσιολογικό. Μπήκα σ’ένα μαγαζάκι ακριβώς στην γωνία. Χαιρέτησα την κοπέλα που σέρβιρε και παράγγειλα έναν διπλό εσπρέσσο με γάλα. Ήμουν ο μοναδικός πελάτης στο μαγαζί κι ένοιωσα λίγο αμήχανα. Προσπάθησα να διώξω την αμηχανία μου χαζεύοντας τον ήσυχο πεζόδρομο της Μεσολογγίου. Οι τέντες, οι καρέκλες με τα τραπέζια και οι ολοστρόγγυλες φωτεινές μπάλες πάνω στους κυπαρισσί μεταλλικούς στύλους μου θύμιζαν τον πασίγνωστο πίνακα του Βίνσεντ Βαν Γκοχ.
Χαζεύοντας από το παράθυρο του μαγαζιού η θέα μιας μικρής παρέας νεαρών με ‘βγαλε από την ονειροπόλησή μου. Τέσσερις πέντε, δεν θυμάμαι καλά κι εγώ, πιτσιρικάδες των δεκαπέντε ετών το πολύ απάρτιζαν αυτή την παρέα. Μου έκανε εντύπωση το ντύσιμό τους μιας και δεν έμοιαζε μ’ εκείνο άλλων νεαρών που συχνάζουν εκεί. Ήταν χαμογελαστοί και γεμάτοι ενέργεια. Περπατούσαν με ζωηράδα και οι μεταξύ τους χειρονομίες καθώς μιλούσαν πρόδιδαν τον αθώο αυθορμητισμό τους.
«Έτσι ήμουν κι εγώ κάποτε», σκέφτηκα, « σίγουρα θα έρχονται πρώτη φορά απ’ αυτά τα μέρη». Για πολύ ώρα αργότερα δεν τους ξανάδα παρά μονάχα μια στιγμή κάποιος της παρέας πέρασε προς το ψιλικατζίδικο, ίσως για να πάρει τσιγάρα. Μάλλον κάθονταν σε κάποιο μαγαζάκι πιο κάτω. Εκείνη τη στιγμή με τίποτα δε μπορούσα να φανταστώ τι θα συμβεί αργότερα. Έτσι κι αλλιώς είχα αρχίσει να ταξιδεύω στην εποχή που ήμουν κι εγώ έφηβος. Αναπολούσα με μια γλυκιά μελαγχολία εκείνα τα χρόνια. Εκείνα τα χρόνια τα δύσκολα, τα μπερδεμένα και τα γεμάτα αναζητήσεις. Τα χρόνια των πρώτων ερώτων. Τα χρόνια που θεμελίωσαν, όπως και σε όλους μας, την σημερινή μου προσωπικότητα και χαρακτήρα.
Κατά τις οχτώ παρά ο Τηλέμαχος έφτασε στο στενάκι. Δεν με είδε και του έκανα μια αναπάντητη κλίση. Γύρισε το κεφάλι του δεξιά- αριστερά κι αφού είδε το νόημα που του έκανα, έγνεψε καταφατικά και κουνώντας το χέρι μου ‘δωσε να καταλάβω πως είδε που είμαι.
«Μα καλά βόμβα έχει πέσει εδώ πέρα και δεν έχει καθόλου κόσμο, άλλες φορές γίνεται χαμός;», ήταν τα πρώτα του λόγια καθώς έβγαζε το μπουφάν και προσπαθούσε να κάτσει. Μου πρότεινε ένα μεγάλο κομμάτι σοκολάτα που μόλις είχε αγοράσει. Αρνήθηκα και βάλθηκε να το «καταβροχθίζει» μόνος του χαμογελαστός.
Ο Τηλέμαχος είχε δίκιο. Πράγματι τα σαββατόβραδα ο πεζόδρομος της Μεσολογγίου ήταν γεμάτος από κόσμο, γεμάτος από νεολαία που κάθεται στα πεζουλάκια και πίνει κάτι πρόχειρο απ’ τα γύρω ψιλικατζίδικα. Άλλες φορές περνώντας μπροστά τους άκουγα συζητήσεις πολιτικές, ανήσυχες σκέψεις για το μέλλον και άλλοτε ζωηρούς διάλογους ή αστεία που έκαναν κάποιο από τα πηγαδάκια του πεζοδρόμου να λύνεται στο γέλιο. Βέβαια δεν ήταν και λίγες οι φορές όπου τα ΜΑΤ, τα οποία ήταν σε θέση μάχης καθημερινά στα γύρω στενά, χτυπούσαν με δακρυγόνα το «άβατο» των Εξαρχείων για εντελώς ασήμαντες αφορμές. Όπως το βρίσιμο ενός παρορμητικού νεαρού ή την εκτόξευση ενός νεραντζιού απέναντι σε κάποιο προκλητικό περιπολικό. Όμως αυτά συνέβαιναν τις πολύ βραδινές ώρες και συνήθως μετά την ρήψη των δακρυγόνων ξεκινούσαν μικροσυμπλοκές όπου τα ΜΜΕ τις παρουσίαζαν «τεράστιες» βάζοντας έτσι το λιθαράκι τους στην δυσφήμιση της γειτονιάς αυτοαναιρώντας ταυτόχρονα τον μύθο περί «αβάτου» που με τόση σχολαστικότητα είχαν δημιουργήσει προσπαθώντας να αποπλανήσουν την κοινή γνώμη.
Έτσι φτάσαμε στο σημείο να θεωρείται κακό να συχνάζει κανείς εκεί και όλοι οι «νοικοκυραίοι» να οργίζονται όταν μαθαίνουν πως το παιδί τους πίνει ένα καφεδάκι σ’ αυτή τη γειτονιά. Δεν ξέρουν βέβαια την αλήθεια ούτε προσπαθούν να κάνουν έστω και κάτι για να την μάθουν. Δεν ξέρουν ή κάνουν πως δεν ξέρουν ότι οι αστυνομικοί είναι προκλητικοί και πως έχουν καταλάβει στην κυριολεξία με τον βαρύ τους οπλισμό το «άβατο» των Εξαρχείων. Δεν μάθανε ποτέ τους για τα παιδιά-θα μπορούσαν να είναι και τα δικά τους-που συλλαμβάνουν οι ένστολοι ράμπο για μια απλή αφισοκόλληση επικαλούμενοι αντισυνταγματικούς νόμους που υπάρχουν στα συρτάρια από την δεκαετία του είκοσι.
Το βράδυ εκείνο λοιπόν οι ήχοι πυροβολισμών και οι φωνές των παιδιών που πριν σας περιέγραψα διατάραξαν την ποιητική εκείνη ησυχία. Ήταν η ησυχία που επικρατεί πάντα πριν τις μεγάλες μπόρες.
Η πρώτη μου αστραπιαία σκέψη ήταν πως κάποια μικροσυμπλοκή θα συνέβαινε. Όμως ήταν τέτοιο το οπτικό μου πεδίο που διέψευδε αυτή μου τη σκέψη. Αμέσως βγήκαμε έξω χωρίς να έχουμε όντως καταλάβει τι έγινε. Ήταν όντως πυροβολισμοί οι θόρυβοι; Αν ναι τι είδους σφαίρες πλαστικές ή κανονικές; Μήπως ήταν εκφοβιστικές χειροβομβίδες κρότου; Θόρυβος από εκτόξευση δακρυγόνων θα μπορούσε να ήταν, όμως καμία οσμή δεν υπήρχε στην ατμόσφαιρα. Τι να ήταν άραγε;΄
Περπατήσαμε με τον Τηλέμαχο ως εκεί. Κάποιος ήταν ξαπλωμένος στο έδαφος. Καμιά δεκαριά περαστικοί τον είχαν περικυκλώσει. Προσπάθησα και παραμέρισα με τα δυο μου χέρια το έκπληκτο μικρό μπούγιο των ανθρώπων. Εκείνη τη στιγμή, το θέαμα που αντίκρισα έμελλε να με συγκλονίσει, όπως συγκλόνισε όλη την Ελλάδα αργότερα και ύστερα όλη την υφήλιο.
Ένας δεκαπεντάχρονος νεαρός ήταν αιμόφυρτος στο έδαφος. Ήταν από εκείνη τη ζωηρή και όμορφη παρέα. Οι φίλοι του φώναζαν οργισμένοι. Κάποιοι προσπαθούσαν να τους καθησυχάσουν. Μάταια όμως. Η οργή τους ήταν δικαιολογημένη. Ο κολλητός τους, ο φίλος τους είχε μια σφαίρα στην καρδιά. Ο φίλος τους, ένας από εμάς ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα με το βλέμμα στο κενό. Ψυχορραγούσε!
«Ψυχραιμία», αρχίσαμε να φωνάζουμε κάποιοι, «ας κάνουμε χώρο να τον πάρει ο αέρας μη στέκεστε όλοι από πάνω του». Το παιδί άρχισε να τρέμει. Ξαφνικά έγειρε το κεφάλι. Τα μάτια του αλληθώρισαν. «Πεθαίνει! Δεν έχει σφυγμούς! Αρχίζει και κρυώνει». Του είχαμε σηκώσει την μπλούζα. Μια οπή, στην καρδιά ακριβώς, έσταζε ακόμη αίμα. Κάποιος προσπάθησε να τον πιέσει στο στήθος μπας και συνέλθει. Το μόνο που έγινε ήταν να αρχίσει να βγαίνει αίμα από το στόμα του νεαρού. Ήταν νεκρός! Ο Αλέξης Γρηγορόπουλος ήταν δολοφονημένος από αστυνομικό. Ήρθε το ασθενοφόρο και τον παρέλαβε για το νοσοκομείο Ευαγγελισμό. Το γεγονός αυτό ήταν η θρυαλλίδα που πυροδότησε την πρώτη εξέγερση μετά την πτώση της χούντας.
«Ήταν μόνο ένα παιδί. Δεν έκανε τίποτα. Τον σκοτώσανε. Τον δολοφονήσανε! Ήταν ένα παιδί μονάχα σαν όλα τ’ άλλα. Ήταν ένας από μας».
Διάφοροι διάλογοι και σχόλια ακούγονταν από’ δω κι από’ κει. Το πλήθος στο σημείο είχε δεκαπλασιαστεί. Η οργή του πλήθους αυξανόταν με γεωμετρική πρόοδο. Τα βρισίδια για το κράτος και την αστυνομία πλήθαιναν. Κάποιες κοπέλες λιποθύμησαν ενώ άλλες ούρλιαζαν οργισμένες μ’ ένα διάχυτο μίσος στο πρόσωπό τους.
«Απόψε θα γίνει πόλεμος», «Θα καεί η Αθήνα», «Γαμώ το κράτος τους γαμώ», «Να καεί-να καεί το μπουρδέλο η βουλή», « Μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι», «Εδώ και τώρα ανατροπή». Αυτά και πολλά άλλα φώναζε το πλήθος – ανάμεσά τους κι εγώ. Το ποτήρι είχε ήδη ξεχειλίσει. Το φυτίλι της εξέγερσης άναψε και η συσσωρευμένη λαϊκή δυσαρέσκεια ήταν και είναι η τέλεια μπαρουταποθήκη.
Ακρίβεια, ανέχεια , ανεργία, καταστολή, νεολαία με ζοφερό μέλλον, πτυχιούχοι άνεργοι, ρατσισμός, καταπίεση, ναρκωτικά, ενοικιαζόμενη ανασφάλιστη κι ελαστική εργασία. Αυτή είναι η Ελλάδα του 2008. Αυτό είναι το κράτος που διευθύνει η ντόπια και ξένη πολιτικοοικονομική ολιγαρχία.
Ένα περιπολικό ξεμύτισε εκείνη τη στιγμή από την Χαριλάου Τρικούπη. Εντελώς αυθόρμητα το πλήθος που’ χε ξεπεράσει πλέον τα διακόσια άτομα ξεχύθηκε ορμητικά καταπάνω του. Όλοι φώναζαν τα παραπάνω συνθήματα.
«Σύντροφοι οδοφράγματα παντού. Απόψε πρέπει να πάρουν ένα μάθημα, πρέπει να γίνει της πουτάνας!», φώναξαν κάποιοι κι άρχισαν να τρέχουν στα γύρω στενά.
Τα μαγαζιά είχαν αρχίσει πλέον να κλείνουν. Το ήρεμο σαββατιάτικο βραδάκι είχε φορτιστεί όσο δεν πήγαινε άλλο. Ο Τηλέμαχος ύστερα από όλα αυτά έφυγε. Το ίδιο έπραξα κι εγώ. Προσπάθησα να ειδοποιήσω όλους τους γνωστούς μου που είχαν σκοπό να περάσουν απ’ τη γειτονιά ώστε να το αναβάλλουν. Κανείς δεν ήξερε ακόμα τι θα συμβεί. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ βάζοντας τις παλάμες στους κρόταφούς μου. «Πρέπει να πάρουν μια συλλογική και συντονισμένη απάντηση τα καθίκια», μουρμούρισα. Καβάλησα την μηχανή μου και κατευθύνθηκα προς ένα κοντινό φιλικό σπίτι για να χαλαρώσω και να ηρεμήσω.
Το μυαλό μου ήταν στον τίτλο του βιβλίου που διαβάζω. «Συνέβη Έγκλημα και πρέπει να δοθεί η κατάλληλη Τιμωρία σ’ αυτούς τους πάνοπλους, αδίστακτους, φονιάδες», σκέφτηκα.
Τόσο μέσα σε λίγες ώρες όσο και τις επόμενες μέρες η Αθήνα θα μπορούσε να περιγραφεί από την «Γκουέρνικα» του Πάμπλο Πικάσο. Η Τιμωρία μόλις άρχισε! Είναι σίγουρο ότι εξέγερση της νεολαίας θα κλιμακώνεται συνεχώς. Ήρθε η ώρα ο κόσμος να αποφασίσει με ποιους θα πάει και ποιους θ’ αφήσει.!
Εύχομαι του χρόνου στις 6 Δεκέμβρη να γιορτάζουν οι Νίκες των εργατών και της νεολαίας.
Αλέξη καλό ταξίδι! Θα ζεις για πάντα στις καρδιές μας!.

Δεκέμβρης 2008।

Υ।Γ:Η καταπίεση και η καταστολή της νεολαίας από τα ναρκωτικά είναι αλλήλέδνετη με κάθε άλλη μορφή καταστολής (αστυνομική βία), γι' αυτό κι έκανα εδώ αυτή την ανάρτηση।
Ευχαριστώ για τον χώρο.
Αναρτήθηκε από manitu στις 3:44 μμ "

5 σχόλια:

  1. μετα λύπης διαπιστώνω ότι τι κείμενο του manitu δεν άγγιξε κανέναν. ίσως είναι πολύ βαρύ το γεγονός που περιγράφει και πολυ φορτισμένο.΄΄ομως συνοδοιπόροι Α.Μ ούτε καν ένα αρνητικό σχόλιο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ωσαν Παν. θα δηλώσω πως το διάβασα πρώτα στο ex-J.
    Δεν θα μπορούσα να γράψω τίποτα, ούτε εκεί, ούτε εδώ.
    Είναι σαν να τρως μια μπουνιά που σου κόβει την ανάσα και την μιλιά...
    Αγριεύομαι με την έννοια της "τυχαίας" απώλειας.
    Οχι γιατί φοβαμαι τον θάνατο.
    Προσπαθώ να εξαφανιστώ όταν ακούω την λέξη "άνθρωπος"...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. επιτέλους κάποιος διάβασε το χρονικό της δολοφονίας που έσβησε για πάντα το παιδικό χαμόγελο του Αλέξη Γρηγορόπουλου μέσα από την γραφή ενός αυτόπτη μάρτυρα.
    φοβόμουν πως αυτό το ντοκουμέντο του manitu ήταν πολύ βαρύ για το μπλόγκ τον Α.Μ και δεν κρύβω πως είχα απογοητευτεί.
    Είναι το χρονικό μιας πράξης που πυροδότησε την πρώτη μετά το πολυτεχνείο εξέγερση στην Ελλάδα.
    Αναμένω και άλλα σχόλια & αντικείμενο για συζήτηση.
    Η εμπειρεία του Δεκέβρη εμένα με βρήκε μαζί με άλλους στις πορείες και στους δρόμους και δεν πρόκειται να την ξεχάσω ποτέ!
    Ανάμεσά μας βρισκόταν και ο φίλος manitu που τόσο πολύ τον ευχαριστώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τώρα το διάβασα. Η περιγραφή με συνεπήρε σαν να ήμουν και εγώ μέσα σε κείνα τα στενά.
    τίποτα δεν είναι και δεν πρέπει να είναι βαρύ για τους Α.Μ. Δεν έχουν λόγο ύπαρξης αλλιώς.
    Προσωπικά ευχαριστώ που το θυμίσατε το γεγονός. Που δυστυχώς ο χρόνος αμβλύνει τα πάντα. Δυστυχώς

    αλήθεια διαβάζοντας την εμπειρία αυτή της ζωής αναρωτήθηκα. Με κείνο το καθίκι που πυροβόλησε τι γίνεται.
    Με την περιβόητη αναδιάρθρωση της αστυνομίας πώς προχωράει το θέμα/ Γιατί εμφανώς δεν νοιώθω τίποτα και δεν ακόυω τίποτα.
    ΟΧΙ να μην πάει χαμένος ο θάνατος του παλληκαριού αδέλφια!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. με την αναδιάρθωση της αστυνομίας saki δεν γίνεται τίποτα.το μόνο που κάνουν τώρα προεκλογικά ειναι να προσλάβουν 1500 αστυνομικούς χωρίς ΑΣΕΠ.Για τον δολοφόνο ΜΠΑΤΣΟ δεν έχει ακουστεί τίποτα.φοβάμαι ότι θα γίνει το ίδιο όπως με τον δολοφόνο του Καλτεζά.
    ούτε επί χούντας δεν ειχαμε τόσους αστυνομικούς στους δρόμους.δημιούργησαν καινούριο σώμα ,με μικρές μηχανές, το οποίο ονομαζουν όμαδα Δ.
    τεράστια ποσά του προϋπολογισμού δινονται για τον εξοπλισμό της αστυνομίας.ζούμε σε αστυνομικοκρατούμενη χώρα και θέλουν να μας περάσουν το μύνημα ότι οι πολίτες αποτελούν κινδυνο ή τουλάχιστον κάποιοι λίγοι παραβατικοί.τα εγκλήματα όμως αυτών των λίγων δεν είναι τίποτα μπρός στις κλεψιές και τα σκάνδαλα των "μεγάλων και τρανών" του τόπου μας(όπως και σε κάθε άλλη χώρα) οι οποιοι κυρήχνουν την λιτότητα και όπως λέει ο Μπρεχτ "θεωρού ταπεινό να μιλάς για το ψωμι.ο λόγος;έχουν κιόλας φάει."

    ΑπάντησηΔιαγραφή